Η διαδερμική αντιμετώπιση του άλγους και η αποκατάσταση της κινητικότητας των αρθρώσεων με νευρόλυση με τις ραδιοσυχνότητες – Radiofrequency RF – αποτελεί μια νέα ελάχιστα παρεμβατική μέθοδο αντιμετώπισης του χρόνιου ή εμμένοντος νευροπαθητικού άλγους. Η χρήση ραδιοσυχνοτήτων όμως δεν ενδείκνυται όταν ο πόνος είναι κεντρικής αιτιολογίας, δηλαδή η βλάβη του νευρικού συστήματος βρίσκεται σε ανώτερο επίπεδο, στον εγκέφαλο ή το νωτιαίο μυελό.
Επομένως καταστάσεις που μπορεί να αντιμετωπιστούν με την συγκεκριμένη μέθοδο, ειδικά μετά την αποτυχία της συντηρητική θεραπείας, για παράδειγμα με φάρμακα, επιθέματα, φυσιοθεραπείες, κλπ. αποτελούν:
- Οι διαφόρου εντόπισης νευραλγίες,
- Οι εμμένουσες αυχεναλγίες και οσφυαλγίες,
- Η ιερολαγονίτιδα,
- Εμμένουσες τενοντίτιδες
- Η οστεοαρθρίτιδα μεγάλων αρθρώσεων
Η εφαρμογή της θεραπείας με ραδιοσυχνότητες γίνεται μέσω ειδικών ηλεκτροδίων που είναι τοποθετημένα σε μια λεπτή μακριά βελόνα που ομοιάζει με τις μακριές βελόνες που χρησιμοποιούμε στην αναισθησιολογία για την επισκληρίδιο αναισθησία (Εικόνα 1). Μια ειδική γεννήτρια ραδιοσυχνοτήτων (Εικόνα 2) παράγει συνεχές ή παλμικές ραδιοσυχνότητες οι οποίες προκαλούν ανάλογο ηλεκτρικό πεδίο και θερμότητα η οποία προκαλεί νευροτροποποίηση (μεταβολή της λειτουργίας του νεύρου) ή νευρόλυση (αναστολή της λειτουργίας του νεύρου).

Εικόνα 1: Εφαρμογή βελόνων με τα ηλεκτόδια για νευρόλυση με ραδιοσυχνότητες
Συγκεκριμένα, με τις συνεχείς ραδιοσυχνότητες (Continues Radiofrequency) αναπτύσσεται θερμοκρασία περίπου 80-90°C και προκαλεί νευρόλυση, δηλαδή αναστέλλει τη μετάδοση των επώδυνων ερεθισμάτων προς το νωτιαίο μυελό και τον εγκέφαλο. Αντιθέτως, οι παλμικές ραδιοσυχνότητες (Pulse Radiofrequency) αναπτύσσουν θερμοκρασία μέχρι τους 42°C, λίγο πιο πάνω από τη φυσιολογική θερμοκρασία του σώματος, και χωρίς κανένα κίνδυνο επιπλοκής προκαλούν νευροτροποποίηση, μεταβολή δηλαδή στη λειτουργία της μετάδοσης των ερεθισμάτων προς τον εγκέφαλο, χωρίς μόνιμη βλάβη, εξουδετερώνοντας έτσι το αίσθημα του άλγους και βελτιώνοντας έτσι την κινητικότητα του μέλους.
Οι επεμβάσεις γίνονται με τοπική αναισθησία υπό άμεση ακτινοσκοπική ή υπερηχογραφική καθοδήγηση (C-arm ή Ultrasound αντίστοιχα) οπότε o ασθενής δεν χρήζει νοσηλείας και με το πέρας της θεραπείας επιστρέφει στο σπίτι του. Αφού εφαρμοστούν όλοι οι κανόνες αντισηψίας, όπως σε κάθε ιατρική επέμβαση, μικρής ή μεγαλύτερης βαρύτητας, η ειδική βελόνα μετάδοσης των ραδιοσυχνοτήτων που περιγράψαμε, κατευθύνεται με απόλυτη ακρίβεια προς το στόχο υπό την απεικονιστική καθοδήγηση. Ακολουθεί μετά αρχικά ένα αισθητικό τεστ με διέγερση του νεύρου, ώστε να επιτευχθεί η σωστή θέση τοποθέτησης της βελόνας στον αισθητικό κλάδο του νεύρου όπου και θα δράσουν οι ραδιοσυχνότητες, ενώ στη συνέχεια γίνεται ένα κινητικό τεστ και παρατηρείται η απάντηση του ασθενούς σε αυτού του τύπου τη διέγερση, ώστε να εξασφαλιστεί ότι το ενεργό άκρο της βελόνας είναι σε απόσταση ασφαλείας από το κινητικό νεύρο που δεν αποτελεί στόχο. Αυτό είναι και το πιο καθοριστικό σημείο της θεραπείας, αφού απαιτείται απόλυτη ακρίβεια για την εφαρμογή της θεραπείας, πρώτον για τη μέγιστη δυνατή επιτυχία και δεύτερο για αποφυγή οποιασδήποτε επιπλοκής.
Η διάρκεια της θεραπείας είναι από δεκαπέντε μέχρι και ενενήντα λεπτά, ανάλογα με τα σημεία και τις περιοχές που γίνεται η θεραπεία και κατά συνέπεια τον αριθμό των νεύρων στα οποία θα γίνει η θεραπευτική παρέμβαση. Σημαντικός επίσης είναι και ο χρόνος της προετοιμασίας και της τοποθέτησης των βελονών αφού η προσπέλαση δυνατό είναι δυσχερής λόγω ανατομικών παραλλαγών ή και ανωμαλιών της περιοχής.
Μετά τη θεραπεία οι περισσότεροι ασθενείς παρουσιάζουν σημαντική βελτίωση του πόνου και βελτίωση της κινητικότητας τους, αν και τα αποτελέσματα είναι συνάρτηση της αιτίας και της σοβαρότητας της βλάβης στον κάθε ασθενή αλλά και της γενικής του κατάστασης. Η διάρκεια των αποτελεσμάτων κυμαίνεται από έξι έως και δεκαοκτώ μήνες, οπότε και ο ασθενής αν είναι ικανοποιημένος με τα αρχικά αποτελέσματα έχει την πολυτέλεια να επαναλάβει τη θεραπεία όσες φορές επιθυμεί. Γενικά όμως οι ασθενείς συνήθως απαλλάσσονται από την ανάγκη συνεχούς χορήγησης αναλγητικής αγωγής, ενώ επιστρέφουν πλήρως στις δραστηριότητές τους χωρίς κανένα περιορισμό.
Οι επιπλοκές της θεραπείας με ραδιοσυχνότητες είναι εξαιρετικά σπάνιες και αφορούν τοπική υπερευαισθησία, έλλειμμα αισθητικότητας και νευρίτιδα στο νεύρο που έγινε η παρέμβαση, τοπική λοίμωξη και μικροαιμορραγίες στο σημείο της παρέμβασης. Με την κατάλληλη αντιμετώπιση και την πάροδο χρονικού διαστήματος οι πιο πάνω επιπλοκές συνήθως αντιμετωπίζονται επιτυχώς.
Τέλος αντένδειξη για την εφαρμογή της πιο πάνω θεραπείας αποτελεί η διαταραχή της πηκτικότητας του αίματος σε ασθενείς, κυρίως παθολογική αφού η φαρμακευτική δύναται να ρυθμιστεί, τα ψυχιατρικά προβλήματα και η παρουσία γενικευμένης λοίμωξης στον οργανισμό. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται σε ασθενείς που φέρουν βηματοδότη ή νευροδιεγέρτη στη σπονδυλική στήλη, οπότε πρέπει να γίνει ανάλογη ρύθμιση σε συνεργασία με το θεράποντα ιατρό.
Συνοψίζοντας, τα πλεονεκτήματα της θεραπείας με ραδιοσυχνότητες για την αντιμετώπιση του άλγους και τη βελτίωση της κινητικότητας των άκρων και της σπονδυλικής στήλης είναι τα εξής:
- Δεν απαιτείται νοσηλεία του ασθενούς
- Βραχύς χρόνος θεραπείας
- Εφαρμόζεται με τοπική αναισθησία
- Είναι αναίμακτη
- Άμεση επιστροφή του ασθενούς στις δραστηριότητες
- Δυνατότητα επανάληψης χωρίς περιορισμούς
- Δυνατότητα ταυτόχρονης θεραπείας σε πολλά σημεία και διαφορετικές παθολογικές καταστάσεις
- Ασήμαντο ποσοστό επιπλοκών

Εικόνα 2: Γεννήτρια ραδιοσυχνοτήτων